Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Τα πρoτυπα του Μεσιανισμου και η πολιτικη ηγεσια της χωρας

'Ο πολιτικός «Μεσσιανισμός» στή χώρα μας, πού ἡ ἱστορική του καταγωγή ἀνάγεται στά ἀπώτατα, ἀταβιστικά,πολιτικά μας πρότυπα,δέν ἀπετέλεσε φαινόμενο,οὕτως ἤ ἄλλως,τῶν τελευταίων, μόνο,δεκαετιῶν πολιτικοῦ καί κοινωνικοῦ βίου.'Επανέρχεται, ἑκάστοτε, μαζί μέ τά μεταβαλλόμενα εἰσαγωγικά μας πρότυπα καί επαναβιώνει,μέ ἐντονώτερες ἐκδηλώσεις ἐξάρσεως στίς μέρες μας.
Ότι πάντοτε,ένας «εχθρός» καί μια «σωτηρία» ήταν τα σπουδαιότερα όπλα των αύτοχρισμένων «σωτήρων» των λαών, είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο. Κάθε κίνηση πολιτικής σωτηριολογίας», επικεφαλής είχε τον «μεγάλο άνδρα», τον "Ηρωα, τον "Ενα Ηγέτη, ενώ το κοπάδι ακολουθούσε.'Απο τον Κρόμβελ καί τον Ροβεσπιέρο, μέχρι τον Μαρξ καί τον Λένιν, όλοι οι λεγόμενοι «Μεγάλοι"Ανδρες» είχαν προδιαγράψει τους στόχους τους: Τελικός τους σκοπός ή Ευτυχία των άνθρώπων.Απο τοιούτο «χρέος κινούντες» για την πραγμάτωσι ή του «Πεπρωμένου» των άλλων ή της «Φύσεως» ή της «Ιδέας του «Πνεύματος», όπως θα έλεγε ο Χέγκελ, κινητήρια δύναμι είχαν το πάθος, το ένστικτο, την ανάγκη καί την ροπή τους στους στόχους πού έταξαν για τη «σωτηρία» των λαών,με σημαία, την άπελευθέρωσι των ανθρώπων. Μόνη δε ανταμοιβή τους για τη μεγάλη αυτή υπηρεσία πού προσφέρουν στην ύπόθεσί τους ή Φήμη, αφού «όλες οί μεγάλες πράξεις έγιναν (καί γίνονται) χάρι της Φήμης ή της Δόξας».
Οτι τα διακηρυγμένα «ιδανικά» για την ευτυχία των ανθρώπων ήσαν απλή πρόφασι,είναι φαινόμενο ιστορικό.' Ο Ναπολέων είχε πει σχετικά: «' Η Ματαιότης έκανε την 'Επανάστασι, ή ' Ελευθερία ήταν ή πρόφασι».
Τα μέσα,όμως,πού χρησιμοποίησαν στους αγώνες τους οί πολιτικοί «μεσσίες» καί τ' αποτελέσματα πού επέφεραν στην Ιστορία, ουσιαστικά, δεν ήσαν τίποτε άλλο παρά «ή απληστία, ό φθόνος, το μίσος καί ή πικρία», στοιχεία δηλαδή πού απετέλεσαν καί τη βάσι των μεγάλων παθών καί φιλοδοξιών των ανθρώπων αυτών της δράσεως.
Ή «ιατρική της Ιστορίας»
Αυτός που θέτει στην υπηρεσία της λογικής τα πάθη καί τίς φιλοδοξίες
του,χαρακτηρίζεται πνευματοκά υγιής. "Ετσι, μπορεί καλύτερα να
υπηρετήσει τους στόχους του। ' Ο άνθρωπος, άλλωστε, είναι μίγμα λογικών καί εξωλογικών συστατικών.Βεβαίως, ή λογική καί το παράλογο, είναι εγγενή στοιχεία στον άνθρωπο.'Ο λογισμός όμως βαδίζει με τα όνειρα.Ποτέ ένας ισορροπημένος πολιτικός άνδρας,και γενικά οποιοσδήποτε άνθρωπος, όταν πράττειστον βίο, δεν στηρίζεται στα εξωλογικά, μόνο στοιχεία καί στίς επιθυμίες του, ούτε στα συναισθήματα καί τα ένστικτα του μόνο. Βέβαια, δεν κινείται μόνο από τη ψυχρή λογική, στερημένος από υγιή καί ελεγχόμενα, με τη λογική του πάθη, ένστικτα καί αγαθά συναισθήματα. ΄Αν εξετάσει κανείς με τη μέθοδο της «ιατρικής της ' Iστορίας» καί γενικά την πολιτική ψυχοπαθολογία, την πολιτική δράσι των «Μεγάλων», αλλά καί των «μικρών» ανδρών καί γυναικών ακόμη, θα διαπιστώσει, πόσοτραγικά ξερριζωμένοι υπήρξαν όλοι τους, καί πόσο ό πολιτικός νευρωτισμόςυπήρξε ή ρίζα των πολιτικών τους πράξεων.
'Ο Βέρνερ Σόμπαρτ, σε μια περισπούδαστη μελέτη του, κατά δεικνύει το ressentiment στo oποίο στηρίζεται ή άνοικοδόμησι του σοσιαλιστικού κόσμου. Οί σοσιαλιστές ηγέτες, υποστηρίζει, ανήκουν στους «τεχνητούς ανθρώπους». Οί «τεχνητοί αυτοί άνθρωποι», λέγει «δεν μπορούν καλύτεραστη βασική τους διάθεσι να περιγραφούν,παρά με τίς λέξεις, με τίς όποιες ό Σίλλερ εκφράζει το «επικίνδυνο άκρο του αισθηματικού χαρακτήρος»:
«Ενας χαρα κτήρας πού περιβάλλει ένα ιδεώδες με φλογερό αίσθημα καί απομακρύνεται από την πραγματικότητα για να παλαίψει για ένα ανύπαρκτοάπειρο, πού βλέπει τον εαυτό του ως κάτι συνεχώς εξουθενωμένο, αδιάκοπα εκτός εαυτού, για τον οποίο,το πραγματικό είναι μόνο τα όνειρά του, οι δε εμπειρίες του μόνο εμπόδια, ό οποίος τέλος στην ίδια του την ύπαρξι βλέπει μόνο ένα εμπόδιο καί καταγκρεμίζει ακόμα καί αυτό, για να εισέλθει στην άληθινή πραγματικότητα».
Η αρνητική τους στάσι, εξετάζεται, προπάντων από τα γνωρίσματα της ιδιοσυγκρασίας τους: «Ή κακοτυχία τους στη ζωή, τους δημιουργεί αηδία, δυσαρέσκεια γι' αυτή,μια ανικανοποίητη δυσθυμία. Αυτά είναι διαθέσεις πού μεταβάλλονται σε αρνητική στάση απένα ντι στην κοινωνία, σε κριτική της. Η κριτική είναι ή πρώτη μορφή απαλλαγής από την κατάθλιψι, από τη δυσθυμία». Καί ή ψυχή πρέπει να έχει τους υπονόμους της για ν'απορρίπτει τίς ακαθαρσίες της. Σ' αυτά χρησιμεύουν πρόσωπα, σχέσεις, τάξεις, ή ή πατρίδα ή ό κόσμος, όπως θα έλεγε ό Νίτσε.
΄Αν τώρα, ό πολιτικός νευρωτισμός συνδυασθεί με το σύνδρομο του φανατισμού,  πού κυριαρχεί στους περισσότερους άπ' αυτούς,oδηγούμεθα,με
όδηγό τίς διαπιστώσεις του Σόμπαρτ,στό πολιτικό λίμπιντο πού χαρακτήριζε τη ζωή τους.
'Απο τον Μπακούνιν, πού ανταποκρινόμενος στην «κλήσι για τη σταυροφορία της καταστροφής», έγινε βαρώνος -ληστής και διακήρυσσε: «Δεν πιστεύω σέ τίποτα, δεν διαβάζω τίποτα, ένα πράγμα σκέφτομαι: Κόψτε τους το λαιμό,σπάστε τους τα κεφάλια, μην αφήσετε τίποτα απ' αυτούς!», μέχρι των δηλώσεων τίς παραμονές των ευρωεκλογών άπό φανατικούς "προοδευτικούς": «τσακιστέ τους», δεν υπάρχει ουσιαστική άπόστασι...
' Η παρούσα άνάλυσι, δεν αφορά μόνο στο ν' ασκήσει κριτική στίς πράξεις των φανατικών πού κυβερνούν, αλλά και να καταδείξει την ιδιοσυγκρασία καί τον χαρακτήρα τους, γιατί «είναι πραγματικά σημαντικό να εξετασθεί όχι μόνο τί κάνουν οι άνθρωποι, αλλά επίσης τί λογής άνθρωποι είναι αυτοί πού το κάνουν...».
΄Αλλωστε, για να κατανοήσουμε είτε τη θεωρία είτε τίς πράξεις αυτών πού ασκούν εξουσία, πρέπει να έχουμε ως γνώμονα καί την ψυχολογία τους καί τα γεγονότα της ζωής τους. ' Ο Γάλλος Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, πατεντάτος αριστερός, θεωρεί πώς «οι οικονομικές ή ψυχολογικές ερμηνείες τίς οποίες δίνει ή μία ή ή άλλη διδασκαλία είναι αληθινές, εφ' όσον ο στοχαστής σκέφτεται πάντοτε με αποκλειστικό γνώμονα καί αφετηρία αυτό πού είναι ό
ίδιος».
Ποιοί είναι, λοιπόν, αυτοί οί οποίοι αποτελούν τους οδηγούς καί ιδεολογικούς προγόνους των δικών μας «σοσιαλιστών»;
 Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, με εμπάθεια, με αρνητικο-επιθετικά συναι σθήματα,με μανία κυριαρχίας, κατεστραμμένη σταδιοδρομία, ήταν βεβαρυμμένη με τετραπλό ressentiment: Ως γυναίκα, ως αλλοδαπή στη Γερμανία, ως Εβραία και ως ανάπηρη. «Η πνευματική έξέγερσι της Λούξεμπουργκ»,μας λέει ό βιογράφος της, «δεν ήταν ούτε άπόλυτα αντικειμενική, ούτε αλτρουιστική. 'Ηταν κατά ένα μέρος μια θεραπεία για τίς συγκρούσεις της δικής της προσωπικότητας.'Η άποκατάστασι,έπειτα από μία περίοδο υπερβολικής άποξενώσεως άπό την κοινωνία,ήταν κάποια άνακούφιση-αποξένωση πού θα μπορούσε να θεραπευθεί είτε με μια ίσχυρότερη άντίθεση προς την κοινωνία, είτε με οποιαδήποτε ρεβιζιονιστική απόπειρα εντάξεώς της».
Σ' όλους, άλλωστε, τους "προοδευτικούς", το όνειρο έγινε δόγμα, οί φόβοι φανατισμοί καί οί ιδέες σήματα για την έσχατη πράξη. Οί βιογραφίες τους είναι αποκαλυπτικές.
' Ο Μαρξ και ή ζωή του
Aς περιτρέξουμε, συντόμως, το βίο του πατριάρχου του Μαρξισμού, του ιδίου του Μαρξ. Νεαρός ακόμη, με πάθος καί όνειρα, διήγε σπάταλη ζωή στο Πανεπιστήμιο πού έσπούδαζε. Ο πατέρας του, πού πέθανε όταν αύτος ήταν φοιτητής, άφησε την τελευταία σύσταση: Να πάψει να είναι σπάταλος καί να σκορπάει αλόγιστα τα χρήματα του.  Ο θάνατος του πατέρα του καί οί ποιητικές του αποτυχίες, επέδρασαν στην ψυχή του νεαρού φοιτητή. Κατελήφθη από νοσηρή άπογοήτευση καί ψυχική θλίψη. Αυτά είναι τα πρώτα κρούσματα. Το 1841, ό φίλος του Μπάουερ, του υποσχέθηκε έδρα υφηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Προηγουμένως όμως ό Μαρξ, ακατα παύστως διακήρυσσε τίς ιδέες του καί με τον φίλο του, Ρούγκε,αποφάσισαν να εκδόσουν άπο κοινού περιοδικό με τίτλο «'Αρχείο 'Αθεΐας». Ή πρόσκληση του Μπάουερ ούδεποτε έφθασε από τη Βόννη. Ο διακηρυσσόμενος αθεϊσμός του, του έκλεισε τίς πόρτες. ΄Εμεινε χωρίς πόρους ζωής, αιωρούμενος στο κενό. Στήν ψυχή του άρχισαν να φυτρώνουν σπέρματα μίσους κατά του Θεού, της θρησκείας καί της Κοινωνίας.
Στήν προσπάθεια του να ίδρύσει τήν Διεθνή ΄Ενωση  Εργατών, εισέπραξε άπογοήτευση καί έξάντληση. Μετά την αποτυχία της Κομμούνας των Παρισίων το 1871, οί στερήσεις του, τα οικογενειακά του ατυχήματα καί ή άθλια υγεία του (κάπνιζε διαρκώς μαύρο καπνά αθλιέστατης ποιότητος), τον ανάγκασαν ν’ αποσυρθεί απ’τήν κίνηση καί ν' αφιερωθεί στη  συγγραφή. Πικρία καί άπογοήτευση πλημμύρισαν την ψυχή του, για τη διάψευση των ελπίδων του καί των προφητειών του, τα συναισθήματα δε αυτά, ξεσπούσαν σε οξύχολο μίσος κατά της ανθρώπινης κοινωνίας.
Καθ' οσον αφορά στον ίδιωτικό του βίο, ό μόνος του έρωτας, ή Τζένη Φον
Βεστφάλλεν, ήταν η πιστή του σύζυγος. «Ή κυρία Μαρξ», γράφει ένας άπ' τους κορυφαίους οπαδούς του, ο Βίλελμ Λίμπνεχτ, «κυριαρχούσε σ' όλους μας καί πια πολύ άπ' ότι αύτός ο Μαρξ. Μαγική έπίδρασι εξασκούσε πραγματικά σε μας πού είμαστε όλοι χαρακτήρες επαναστατικοί, φύσεις απειθάρχητες καί, όχι σπάνια, παραστρατημένοι, ζώντας στο περιθώριο της κοινωνίας».
Το μίσος ενέπνεε όλους τους αγώνες του Μαρξ.΄Ολοι οί οικονομολόγοι πρίν από αυτόν, ακόμα καί αυτός ό Ρικάρντο, είναι κατά τόν Μαρξ,αδαείς.'Ο Μπίσμαρκ (τόν οποίο οι Ανατολικογερμανοί άνακήρυξαν ως εθνικό τους ήρωα) είναι «ανίκανος, μικρός γιούνκερ».«Τα προπαγανδιστικά συγγράμματα του Λασάλλ» («ενός γνήσιου Εβραίου από τα Σλαβικά σύνορα») «είναι λογοκλοπίες ενός έκτοταξίτη, σχολικά προγράμματα πού ή άνάγνωσή τους δεν αξίζει για να σκοτώσεις τον καιρό σου».
«Τρελλό από ύπερφροσύνη καί χολή», τον χαρακτηρίζει ό φίλος του Ρούγκε.
«Κατέχεται κάθε φορά άπο οποιοδήποτε μίσος», γράφει αυτός. 'Αργότερα, καταδίωξε με άσπονδο μίσος όλους τους φίλους του σχεδόν, έκτός άπ' τον
΄Ενγκελς καί ίσως καί τόν Βίλελμ Βόλφ. Το μίσος του δεν αφορούσε μόνο ανθρώπους, αλλά καί «σχέσεις, τάξεις, πατρίδα καί κόσμο», για να θυμηθού με τον Νίτσε. Η ζωή του καί ή κοσμοθεωρία του ήταν συνυφασμένες με το μίσος καί με αυτό ήταν ποτισμένο όλο το έργο του, το οποίο βγήκε από την αθλιότητα της ζωής του. Γενικά θα μπορούσαμε,συνοψίζοντας, να εξηγήσουμε το κίνητρο του Μαρξ ως εξής:«Μαζί με άλλους πολλούς σοσιαλιστές συμμερίζεται το ressinetment του ανθρώπου που στερείται στηρίγματος, που το πνεύμα του δεν αγκυροβόλησε ποτέ σε μια έσχατη απόλυτη αξία καί γι' αυτό γίνεται επαναστάτης.Προς την έλλειψη αυτής ερείσματος, συνυφαίνεται καί ή έλλειψη εμπιστοσύνης στην ίδια,τη δική του δημιουργική δύναμη, όπου ήταν συνδεδεμένη ή έλλειψη  εμπιστοσύνης στις ίδιες τίς πολιτικές του ικανότητες. Γι' αυτό παραμέρισε από την κοσμοθεωρία του -αντίθετη τελείως προς τους λόγους της νεότητας του, ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να μεταρρυθμίσουν τον κόσμο» -κάθε ενεργή επιρροή του συνειδητά δημιουργικού άνθρώπου καί τοποθέτησε στή θέση του την ενέργεια του φυσικού κόσμου. Συνεπώς,μπορεί κανείς να πεί ότι ό Μαρξ υπήρξε μοιρολάτρης,τονίζει ο Σόμπαρτ. Άλλα ή μοιρολατρεία του διαφέρει ριζικά από τη μοιρολατρεία άλλων μεγάλων ανδρών της πράξεως,όπως ό Κρόμβελ, ό Βαλλενστάϊν,ό Ναπολέων, ή ό Μπίσμαρκ. Γιατί εκείνοι αισθάνονταν προ πάντων, τους εαυτούς τους ως όργανα στά χέρια μιας πολύ υψηλής θελήσεως.  
Η μοιρολατρεία τους στηρίζεται στην πίστη,ενώ του Μαρξ  αναβλαστάνει από την έλλειψη πίστεως σε ο,τιδήποτε. Η  μοιρολατρεία του Μαρξ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια να μεταβιβάσει την εύθύνη σε μια φυσική δύναμη που -καί εδώ παρουσιάζεται η ειδική μαρξιστική άντίληψη - αρκεί μόνο να γνωσθεί από μας για να καθοδηγηθεί».
Δεν ήταν 45 ετών καί οι αγώνες του είχαν αποτύχει. Οί προφητείες του, οί προρρήσεις του καθώς καί όλες οί θεωρίες του, είχαν διαψευσθεί οικτρά...Η ακούραστη, επαναστατική του δραστηριότητα, δεν επέφερε τίποτα, ειμή μόνο την αμείλικτη και αίματηρή κατάπνιξη κάθε ανατρεπτικής κινήσεως.Οί οπαδοί του,καταδιωκόμενοι παντού, ασθμαίνοντες για να εξοικονομήσουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί καί εξαντλημένοι άπό τη συνεχή πάλη με τον ιδιοκτήτη της τρώγλης όπου κοιμούνταν, τον παντοπώλη, τον λαχανοπώλη, τον γαλακτοπώλη, πού ζητούσαν αμείλικτοι τα οφειλόμενα ποσά, είχαν αποκάμει. Καί όλοι στρέφονταν εναντίον εκείνου, πού αντί του Παράδεισου πού τους ύποσχόταν τους είχε σπρώξει στην κόλαση.Η ανέκφραστη αυτή τραγωδία διαρκούσε ολόκληρα χρόνια. Οχι μία φορά, παρά το θάρρος της, ή Τζένη καταλαμβανόταν άπο απελπισία. «Τίποτα δεν μας άπέμεινε καί τίποτα δεν υπάρχει πλέον», έγραφε ό Μαρξ στό φίλο του ΄Ενγκελς το 1872, «ή δυστυχία καί η αθλιότητα μας καταδιώκει με αφάνταστη επιμονή.Η γυναίκα μου κάθε πρωί μου εξομολογείται, ότι προτιμάει από την κολασμένη αυτή ζωή τη γαλήνη του τάφου καί για τον έαυτό της καί για τα παιδιά της. Μα την αλήθεια,δεν μπορώ να της απαντήσω τίποτα, γιατί τα βάσανα, τα μαρτύρια, ή αγωνία, ή ταπείνωση που  υφιστάμεθα, είναι απερίγραπτα (...).Προσωπικά ξεχνώ και διώχνω την αθλιότητά μου βυθιζόμενος ως τό λαιμό σέ γενικά προβλήματα»...
Διέξοδος δηλαδή τά γενικά προβλήματα στην οίκονομική του άθλιότητα, όπως εύστοχα σημειώνεται. ΄Ετσι πέθανε το 1883. Στον παροξυσμό της πικρίας του για την τόση δυστυχία που γνώρισε στη ζωή του, έγραψε στην τελευταία του επιστολή, λίγο πρίν πεθάνει στόν φίλο του ΄Ενγκελς: Σκέπτεται κανείς ανάλογα με το πόσο τρώει». Καί καταλήγει ό Σόμπαρτ:
«"Ετσι κατανοείται, γιατί ή παραγωγή του Μαρξ ήταν μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, διαποτισμένη με μίσος, έτσι κατανοείται γιατί θεωρούσε ιδιαίτερα τίς κακές ιδιότητες των άνθρώπων σαν κινητήριες δυνάμεις της
ιστορίας, έτσι κατανοείται τέλος, γιατί αποτεινόταν στά ταπεινόφρονα ένστικτα των μαζών, για να τίς καταστήσει εξυπηρετικές των σκοπών του. Flectere si negueo, acheronta movebo»(«Eάν δεν μπορώ ν΄αλλάξω τη θέληση των ουρανίων,θα κινήσω τον Αχέροντα»-Αινειάς,VII,312).
Το εσφαλμένο της επιχειρηματολογίας
Ο Σαίντ-Μπέβ έπεδοκίμαζε το άκόλουθο κείμενο από την «Judiciese Logiue»:
«Οι περισσότερες πλάνες της σκέψεως δεν οφείλονται στο γεγονός ότι, ενώ
οι άνθρωποι ξεκινούν άπο σωστές προϋποθέσεις,μεταχειρίζονται έπειτα λανθασμένα επιχειρήματα, αλλά μάλλον στο ότι, ενώ τα επιχειρήματα είναι
σωστά, οί προϋποθέσεις από τίς οποίες ξεκινούν είναι εσφαλμένες».
Ο Μαρξ φρονούσε πως ο καπιταλισμός του 1881 θα παρέμενε ως τοιούτος και μετά το 1981,γι' αύτο και οι θεωρίες του είναι, στο οικονομικό και  κοινωνικο πεδίο, ξεπερασμένες σήμερα.
Στήν 'Ελλάδα τώρα,ή επιχειρηματολογία καί τα «προγράμματα των μαρξιστών για τη βελτίωσι των όρων της ζωης, τη λύση των προβλημάτων του λαού και  την αλλαγή πολλών κακώς κειμένων, πάσχουν από το σύνδρομο του ξεπερασμένου μαρξισμού. Γιατί βασίζονται σε λανθασμένες προϋποθέσεις,από τις οποίες οι «αγιατολλάδες» της «Αλλαγής» ξεκινούν,και οι οποιες βασίζονται σε ξεπερασμένη πραγματικότητα.΄Ετσι, οταν οί πολιτικές αλτερνατίβες στηρίζονται σε ανύπαρκτη πραγματικότητα, υπάρχει το κενό. Αυτό το κενό προσπαθούν να το καλύψουν με μια νοθεία, με ένα υποβιβασμό της πραγματικότητας.Υποστηρίζουν,λοιπόν τα εξής περίπου:
« Ή επιχειρηματολογία μας καί οί προτάσεις μας είναι ορθές, γιατί χρειάζονται «αλλαγές» ριζικές, άρα το καθεστώς δε θέλει διόρθωση, αλλά
χρειάζεται, ως σαθρό, κατεδάφιση καί κατά συνέπεια, η κατεδαφιστέα κατάσταση είναι σαθρή, αντιλαϊκή, εκμεταλλευτική και καταστροφική για
τον τόπο...»
Με τη «λογική» αυτή, όλες οί πολιτικές ελευθερίες πού, σε πείσμα των εχθρών της πολιτικής Δημοκρατίας, επέζησαν, καθ' όλες τίς εποχές της πρόσφατης ιστορίας μας, είναι έξοβελιστέες. Το επιχείρημα της καταργήσεως των ελευθεριών, στηρίζεται στην άκόλουθη εσφαλμένη, βέβαια, προϋπόθεση: «Η Δημοκρατία των ελευθεριών καί του κομματικού πλουραλισμού,(που ομως οδήγησαν τον ‘Ελληνα στην ευημερία και την ατομική πρόοδο),έφερε τον τόπο στην κατάσταση του «δύσμορφου» καπιταλισμού, άρα, αυτές οί ελευθερίες, επειδή μας είναι εμπόδιο στο έργο της εφαρμογής της άλτερνατίβας της δικής μας, δεν χρειάζονται,σύμφωνα με το γνωστό:«Τα σταφύλια είναι ξυνά, άρα ή γλύκα δεν έχει αξία...»
Με τον τρόπο αύτό καταλήγουμε στη ρίζα του εξωλογικού κινήτρου των πολιτικών πράξεων. Εδώ βασίζεται το «κίνημά» τους,να «σώσουν» τον τόπο, ενεργώντας με τον παραλογισμό. Αυτή ή έλλειψη επαφής προς τήν πραγματικότητα,δείχνει το ανιστόρητο των μαρξιστών για τήν ιδιοσυστασία
του ΄Ελληνα. Οι περισσότεροι απ' αυτούς, άγνωστοι στον τόπο μας και φερμένοι απ’ την Εσπερία, αγνοούν, εκτος των άλλων,και το απειθάρχητο και το ατομικιστικό του λαού μας,ως υπόστρωμα πολλών αιώνων βίου.Αυτή
την πλειοψηφία των Ελλήνων,ήτοι τους «μη προνομιούχους», επιδιώκουν να
μετατρέψουν, ικανοποιώντας με το τέχνασμα της «αυτοδιαχειρίσεως» τα ψυχολογικά τους συμπλέγματα, δεσμίους τους μόνιμα, περιορίζοντάς τους, τελικά,σ’ένα και μόνο ρόλο:Να εκτελούν,συνεχώς, αδιάλειπτα,προθύμως και αδιαμαρτύρητα (κατά τον αρχετυπικό φανατισμό του Ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, αλλά και σύμφωνα με την πραγματικότητα του εφαρμοσμένου
Μαρξισμού) ό,τι ζητάει το εξουσιαστικό ιερατείο, κατά τις εκάστοτε κοινωνικές και ιστορικές περιστάσεις, δηλαδή: Οταν θ' αποφασίζει: Pudet, όλοι θα πρέπει να ντρέπονται. Όταν θα καταγγέλλει: ineptum,όλοι θα πρέπει ν΄αγανακτούν καί όταν θά αποφαίνεται:impossibile, όλοι θά πρέπει να γονατίζουν καί να δένουν τα χέρια τους. Αυτός είναι ό στόχος των δικών μας «Μεσσιών» καί τον ρόλο αυτόν επιφυλάσσουν στο λαό.
Το πάθος του άληθινού πολιτικού
«Είναι απόλυτα σωστό- έγραφε ό Μάξ Βέμπερ στο έργο του « Η πολιτική ως
επάγγελμα» - και όλη η ιστορική πείρα το επικυρώνει, οτι ο άνθρωπος δε θα πετύχαινε το εφικτό, αν δεν πάσχιζε να πραγματοποιήσει το ανέφικτο».
Η πολιτική πράξη όμως είναι σφυρηλάτηση του πάθους με τη λογική. ‘Ολοι οι πολιτικοί άνδρες, με πάθος αφοσιώθηκαν στην πολιτική δράση. Η έννοια
αυτή του πάθους, είναι τελείως διαφορετική από την έννοια του πάθους ως «στείρας έξάρσεως», ως εξωλογικό στοιχείο καί ως τυφλό ένστικτο. «Γιατί,
η πολιτική γίνεται με το κεφάλι καί όχι με τα άλλα μέλη του σώματος ή της ψυχής». Ο άνθρωπος της πολιτικής δράσεως, οφείλει να έχει συναίσθηση του μέτρου. Αυτή η αίσθηση είναι μία αποφασιστικής σημασίας ψυχολογική ίδιότητα του άληθινοΰ πολιτικού. Με τον τρόπο αυτό, δείχνει πως έχει την ίκανότητα να ελέγχει και την εξωτερική πραγματικότητα, χωρίς κλυδωνισμούς στο έσωτερικό του.Κατορθώνει να δέχεται τήν έπίδραση της ζωής καί της πραγματικότητας  πάνω του, με εσωτερική συγκέντρωση καί ηρεμία. ΄Οταν το πετυχαίνει αυτό, βρίσκεται σε αποσταση από τα πρόσωπα καί τα πράγματα, ακόμα καί από το πάθος της δικής του ματαιοδοξίας, η οποία απόσταση από τα πράγματα, σημαίνει σφυρηλάτηση του πάθους με τη λογική ενω ή απόσταση απ’ τα πρόσωπα,τα πράγματα καί τη ματαιοδοξία του ίδιου, οδηγεί στη σφυρηλάτηση του πάθους, της ευθύνης καί του μέτρου, χαρακτηριστικά δηλαδή που αποτελούν βασικές ιδιότητες ενός αληθινού πολιτικού.« Ή άπόστασι από την κατώτερης στάθμης ματαιοδοξία», λέει ακόμα ό Μάξ Βέμπερ, «από την
οποία πρέπει ένας άληθινός πολιτικός να είναι απαλ λαγμένος, είναι

αναγκαία, γιατί ή ματαιοδοξία του είδους αυτού αποβαίνει σέ βάρος της

υποθέσεως στην όποια είναι αφοσιωμένος καί με τον τρόπο αυτό, ό αγώνας

του παύει να είναι αντικειμενικός καί γίνεται καθαρή προσωπική μέθη».

Διότι ή ματαιοδοξία τον οδηγεί στην ανάγκη να βρίσκεται συνεχώς στα

προσκήνιο, σημάδι δημαγωγίας. Καί συνεχίζει ό Μ. Βέμπερ: «Με τον τρόπο

αυτό, ό πολιτικός έκεϊνος, πού αποβλέπει καί υπολογίζει στα αποτελέσματα

της προβολής του στο προσκήνιο, διατρέχει τον κίνδυνο να μοιάσει με

ήθοποιό, ή να γίνει ό ίδιος ήθοποιός καί ν' απασχολείται μόνο με τίς

εντυπώσεις πού προκαλεί (...) Ν’αγωνίζεται για τήν εξωτερική λάμψη της

δυνάμεως περισσότερο, παρά για τήν πραγματική δύναμι. Ή έλλειψι

αισθήματος ευθύνης υποδηλώνει ότι, χαίρεται τη δύναμι για τη δύναμι

μόνο, χωρίς ουσιαστικό σκοπό.Ό πολιτικός πού τον ενδιαφέρει μόνο ή

δύναμι», καταλήγει ό Βέμπερ, «μπορεί να φέρει αποτελέσματα μεγάλα, το

έργο του, όμως, πραγματικά δεν οδηγεί πουθενά καί δεν έχει νόημα».

Το έργο των ηγετών

Στην 'Ελλάδα, ελάχιστοι πολιτικοί άνδρες υπήρξαν συνειδητοί πολιτικοί

ηγέτες, πού ως μοναδικό τους καθήκον, έθεσαν, να υψω θούν πάνω από τα

προσωπικά τους πάθη καί τη ματαιοδοξία τους, να υπηρετήσουν το λαό με

ίκανότητα καί δημιουργικό έργο καί παραλλήλως να υψωθούν πάνω από τήν

εποχή τους.Να ιδούν έτσι κάθε τους πράξη κάτω από το πρίσμα της τύχης

καί του μέλλοντος αυτού του λαού. Καί προεξοφλώντας τη σημασία της

εποχής τους, καθώς καί τα κριτήρια βάσει των οποίων έδρασαν στους

χρόνους τους, να διακινδυνεύσουν στην προεξόφλησι αυτή. Αυτού του ειδους

οι δημόσιοι άνδρες, πού δεν είναι ιστορικοί για να ερευνούν τα παρελθόν

καί να κατανείμουν ευθύνες, ούτε δημαγωγοί πού ενδια φέρονται για να

εισπράξουν γι' ατομικό ή κομματικό τους όφελος το αντίτιμο των όσων

καταβάλλουν στα παρόν, είναι Δημιουργοί, κατά συνέπεια, θεμελιωτές του

μέλλοντος αυτού λαού καί ένα είδος γνησίων προφητών στάν τομέα αύτό.(

Βλ. Σπ.Μαρκεζίνη:»Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος»τόμ. 6ος,σελ. 200).

Η 'Ιστορία διδάσκει, ότι, όσοι πολιτικοί άνδρες ηθέλησαν να κάνουν τους

ανθρώπους ευτυχισμένους καί παρουσιάσθηκαν ως «Μεσσίες»,οδήγησαν τούς

λαούς τους στην κόλαση. Οί θρησκευ τικοί πόλεμοι για τη σωτηρία της

ψυχής μέσω της Ιεράς Εξετάσεως,πού επιβιώνουν στίς ήμερες μας με τη

φρίκη του Χομεϊ νισμού,της «Τζιχάντ» καί του «ρατσισμού», αντιστοιχούν

στους «υψηλούς στόχους» πού θέτουν οί πολιτικοί «Μεσσίες» για την

ευτυχία της ανθρωπότητος.

΄Ολοι αυτοί πού ηγήθηκαν αυτών των ιδεωδών στην πολιτική ιστορία, ήσαν

άνθρωποι των μεγάλων παθών καί των φιλοδοξιών, τίς οποίες έθεσαν στην

υπηρεσία του σκοπού τους καί με αυτές έδρασαν στο ιστορικό προσκήνιο.

΄Εργο όμως των πολιτικών ηγετών, δεν είναι να κάμνουν ευτυχισμένους τους

ανθρώπους.Αυτό είναι έργο προσωπικό ένός εκάστου καί μόνο.Ο σεβασμός

στην ανθρώπινη ελευθερία καί στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια καί αξία, πού

αναγνωρίζουν όλα τα προηγμένα καί φιλελεύθερα καθεστώτα, αποκλείουν τήν

επιβολή «άνωθεν» της ευτυχίας. ‘Εργο ένός πολιτικού, είναι ν' αγωνισθεί

για τήν καταπολέμησι των δεινών καί τη λύσι των προβλημάτων του λαού του

Μ. Χ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ

(Δημοσιεύθηκε στη δεκαπενθήμερη Αθηναϊκή εφημερίδα «Πνοή» των

Γ.Σ.Αλεξιάδη και Ν.Αργιάννη-φ. 11/17/11.1984, σελ.6-8.Στην εβδομαδιαία

«Εφημερίδα» της 11.12.1984,η οποία κατέγραφε και ταξινομούσε τα

σημαντικά δημοσιεύματα του Τύπου ειχε περιληφθεί στην κατηγορία των

πολιτικών άρθρων και το παραπάνω κείμενο).

***

Μεταγενέστερη βιβλιογραφία για τη Μνησικακία βλ. και Μάξ Σέλερ «Ο

μνησίκακος άνθρωπος»,έκδ. ΄Ινδικτος,2002

Αναρτήθηκε από Ματθαίος Χ. Ανδρεάδης στις 11:32 μ.μ.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του συγγραφέα. Νόμος 2121/1993 και ισχύοντες παρ΄ημίν κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Copyright © Mατθαίος Χ.Ανδρεάδης

0 σχόλια:



Ανάρτηση Σχολίου







Νεότερη ανάρτηση Αρχική σελίδα

Εγγραφή σε: Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου